Κάθε απόγευμα, μόλις χτυπούσε το κουδούνι του σχολείου, η Ευνίκη και οι φίλοι της κατευθύνονταν προς την πύλη του σχολείου για να πάνε στο σπίτι.
Ο δρόμος που οδηγούσε στη μεγάλη έπαυλη στην άκρη της πόλης ήταν γεμάτος στροφές και λακκούβες που τους ήταν γνώριμες, αλλά κάθε μέρα υπήρχε κάτι που τους τράβαγε την προσοχή.
Στη γωνία όπου το σχολείο συναντούσε ένα μικρό πάρκο, πάντα στεκόταν μια γυναίκα. Φορούσε σκισμένα, βρόμικα ρούχα, τα μαλλιά της ήταν αχταρμάς, και το πρόσωπό της σχεδόν συγχωνευόταν με τη σκόνη και τη γκρίζα ατμόσφαιρα.
Κι όμως, αν κοιτούσες τα μάτια της, έβλεπες κάτι περίεργα βαθύ, μια θλίψη ανθρώπινη, ακόμη κι αν η εμφάνισή της φαινόταν τρελή.
— Ευνίκη… το παιδί μου… εγώ είμαι, η μητέρα σου — ψιθύριζε πάντα καθώς η μικρή πλησίαζε.
Οι φίλοι της Ευνίκης γελούσαν, ανασήκωναν τους ώμους και προχωρούσαν σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Αλλά η καρδιά της Ευνίκης χτυπούσε πιο γρήγορα κάθε φορά που άκουγε τη φωνή της γυναίκας.
Μερικές φορές χαμογελούσε, άλλες φορές τα μάτια της ήταν γεμάτα μια θλίψη που κανένα παιδί δεν ήθελε να αγνοήσει.
Η Ευνίκη ήταν δέκα χρονών και είχε τα πάντα που θα μπορούσε να επιθυμήσει ένα παιδί. Οι γονείς της ήταν πλούσιοι, ο πατέρας της επιτυχημένος επιχειρηματίας και η μητέρα της γνωστή επιμελήτρια τέχνης.
Στην τεράστια έπαυλη στην άκρη της πόλης, κάθε δωμάτιο ήταν γεμάτο παιχνίδια, βιβλία και πολυτελή έπιπλα. Η Ευνίκη είχε το δικό της δωμάτιο, τα πιο όμορφα ρούχα και το καλύτερο σχολείο που θα μπορούσε να φανταστεί κανείς.
Αλλά το να έχεις τα πάντα δεν σήμαινε ότι αντιμετώπιζε τον κόσμο με θάρρος.
Όταν για πρώτη φορά ζήτησε από τους γονείς της να την αφήσουν να περπατά μόνη μέχρι το σπίτι, «όπως τα άλλα παιδιά», τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν. Η γωνία όπου στεκόταν η γυναίκα έγινε ξαφνικά το κέντρο της ζωής της.
Η γυναίκα ήταν εκεί κάθε μέρα. Έλεγε πάντα τα ίδια λόγια: — Ευνίκη… το παιδί μου…
Ένα βροχερό απόγευμα, καθώς η Ευνίκη περπατούσε μόνη, η γυναίκα πλησίασε πιο κοντά. Η φωνή της έτρεμε, αλλά κάθε λέξη είχε το βάρος της αλήθειας: — Μη φοβάσαι, Ευνίκη. Μπορώ να αποδείξω ότι εγώ είμαι η αληθινή σου μητέρα.
Η Ευνίκη πάγωσε για μια στιγμή και μετά φώναξε με θυμό: — Σταμάτα! Είσαι τρελή! Έχω ήδη μητέρα και πατέρα! Αν ξαναμιλήσεις σε μένα, θα το πω στη μαμά μου και θα πάει στην αστυνομία!
Τα μάτια της γυναίκας γέμισαν δάκρυα, σαν να ένιωσε όλο τον πόνο του κόσμου. — Συγγνώμη… δεν ήθελα να σε τρομάξω…
Η Ευνίκη έτρεξε, τα ρούχα της ήταν μούσκεμα από τη βροχή, τα παπούτσια της γλιστρούσαν στη λάσπη. Άκουσε τη γυναίκα να ψιθυρίζει: — Έγινες σαν αυτή…
Την επόμενη μέρα η γωνία ήταν άδεια. Για πρώτη φορά εδώ και μήνες δεν στεκόταν κανείς εκεί. Οι φίλοι της Ευνίκης χαμογελούσαν, γέλαγαν ότι ίσως έφυγε η γυναίκα ή ότι η αστυνομία την είχε πάρει.
Αλλά η Ευνίκη δεν ένιωσε ανακούφιση. Κάτι μέσα της πονούσε. Κάτι που δεν μπορούσε να περιγράψει — ίσως ενοχή, ίσως λύπη. Πάντα είχε υποσχεθεί να είναι καλή με όλους, και τώρα ένιωσε τύψεις για κάποιον άλλον.

Εκείνο το βράδυ δεν μπόρεσε να κοιμηθεί. Στα όνειρά της ξαναάκουσε τον ψίθυρο μέσα από τη βροχή: — Ευνίκη… το παιδί μου…
Μερικές μέρες αργότερα, καθώς καθάριζε το σαλόνι, η Ευνίκη παρατήρησε κάτι παράξενο πίσω από μια μεγάλη, χρυσή οικογενειακή φωτογραφία: ένας καφέ φάκελος ήταν κολλημένος στο πίσω μέρος.
Το όνομά της ήταν γραμμένο πάνω: «Μωρό Ευνίκη».
Με περιέργεια τον άνοιξε. Μέσα υπήρχε ένα παλιό γράμμα με τρεμάμενη γραφή:
«Αγαπημένη μου Ευνίκη, Αν διαβάζεις αυτό, σε παρακαλώ πίστεψε με, ποτέ δεν σε άφησα. Στα πρώτα σου χρόνια σε πήραν από μένα.
Μου είπαν ότι δεν ήμουν κατάλληλη να σε μεγαλώσω. Σου είπαν ότι πέθανα. Αλλά ποτέ δεν σε άφησα μόνη. Ήμουν πάντα κοντά σου — κάθε μέρα. Σε αγαπώ περισσότερο από τη ζωή μου. — Η μητέρα σου»
Η Ευνίκη ένιωσε ότι ο κόσμος γύρισε ανάποδα. Την ίδια στιγμή μπήκε η μητέρα της στο δωμάτιο. — Τι κρατάς στα χέρια σου; — ρώτησε με αυστηρή φωνή.
Η Ευνίκη προσπάθησε να κρύψει το γράμμα, αλλά η μητέρα της είδε τον πανικό στα μάτια της. Πήρε τον φάκελο, διάβασε την πρώτη γραμμή και άρχισε να ξεφτίζει το γράμμα σε μικρά κομμάτια.
— Γιατί το έκανες αυτό;! — φώναξε η Ευνίκη.
Η φωνή της μητέρας της έτρεμε. — Υπάρχουν πράγματα που δεν πρέπει ποτέ να μάθεις, Ευνίκη. Όχι τώρα. Ποτέ.
Την επόμενη μέρα πήγε στο σχολείο σιωπηλή. Η φωνή της γυναίκας αντηχούσε στο κεφάλι της: «Μπορώ να αποδείξω… εγώ είμαι η αληθινή μητέρα σου».
Όταν τελείωσε το μάθημα, έξω ήταν μια σκηνή με περιπολικά και πλήθος συγκεντρωμένο. Ένας περαστικός ψιθύρισε: — Μια άστεγη γυναίκα πέθανε εδώ σήμερα το πρωί. Την χτύπησε αυτοκίνητο. Φτωχή γυναίκα…
Η καρδιά της Ευνίκης σταμάτησε. Πέρασε μέσα από το πλήθος. Ο αστυνομικός σήκωσε το χέρι του: — Μείνε μακριά, δεσποινίδα.
Η φωνή της έτρεμε. — Σας παρακαλώ… μπορώ να δω; Πάντα στεκόταν εδώ… μιλούσε σε ένα κορίτσι μετά το σχολείο;
Ο αστυνομικός σήκωσε το φρύδι του. — Ναι. Εδώ και μήνες ήταν εδώ. Τρελή, έλεγαν. Αλλά δες τι βρήκαμε στα χέρια της.
Σήκωσε ένα μικρό ασημένιο μενταγιόν, φθαρμένο από τη βροχή. Μέσα είχε μια παλιά, ξεθωριασμένη φωτογραφία ενός μωρού με γεμάτο προσωπάκι και φωτεινά μάτια. Από κάτω ήταν γραμμένο το όνομα: ΕΥΝΙΚΗ.
Η γη φάνηκε να εξαφανίζεται κάτω της. Η Ευνίκη έπεσε σε κλάματα.
Η νύχτα πέρασε σε παράξενη σιωπή. Οι γονείς της απέφευγαν να κοιτάξουν. Από το δωμάτιό της άκουγε διαφωνίες: — Το είπες! — ψιθύρισε η μια. — Πώς θα μπορούσα να ξέρω ότι θα επέστρεφε; — Δεν έχει δικαίωμα στο παιδί! — Είναι η αληθινή μητέρα, Ελένη! Δεν μπορείς να το σβήσεις!
Η Ευνίκη έβαλε το χέρι της στο στόμα για να καταπνίξει τα κλάματα. Όλα όσα ήξερε, κάθε αλήθεια, διαλύθηκαν σαν θραύσματα γυαλιού γύρω της.
Αργά το βράδυ βγήκε στον κήπο. Ο άνεμος ήταν παγωμένος, η σελήνη κρυβόταν πίσω από σύννεφα.
Κρατούσε στα χέρια το ασημένιο μενταγιόν που της επέστρεψε η αστυνομία. Το άνοιξε, άγγιξε το μικρό πρόσωπο και ψιθύρισε: — Συγγνώμη, μαμά. Δεν ήξερα. Δεν ήξερα ότι ήσουν η αληθινή.
Ένα απαλό αεράκι χάιδεψε τα μαλλιά της, και για μια σύντομη στιγμή φάνηκε να ακούει τη φωνή της, αχνά αλλά ξεκάθαρα στον άνεμο: — Σε συγχωρώ, παιδί μου. Πάντα σε αγαπούσα.
Χρόνια πέρασαν. Η Ευνίκη έγινε μια ήσυχη, στοχαστική νεαρή γυναίκα. Η οικογένειά της παρέμενε πλούσια, η ζωή της φαινόταν ξανά τέλεια, αλλά γνώριζε το βάρος των μυστικών. Κάθε πορτρέτο έκρυβε μυστικά που δεν μπορούσαν να ειπωθούν.
Μερικές φορές επέστρεφε στη γωνία κοντά στο σχολείο, που τώρα ήταν ρημαγμένη και γεμάτη ζιζάνια. Άφηνε ένα μικρό μπουκέτο κρίνα και ένα διπλωμένο σημείωμα:
— Ακόμα σε θυμάμαι, μαμά. Μου έλεγαν τρελή, αλλά ήσουν η μόνη που τόλμησε να πει την αλήθεια.
Ένα βράδυ, ενώ άφηνε τα λουλούδια, ένα κοριτσάκι πλησίασε: — Δεσποινίδα, εσείς αφήνετε λουλούδια εδώ κάθε εβδομάδα; — Ναι, μικρή μου.
— Γιατί ρωτάς; — Επειδή χθες ήρθε κάποιος. Έκλαιγε και είπε… ευχαριστώ που τον συγχώρεσες.
Η Ευνίκη τρόμαξε. — Πώς ήταν; — Δεν ήταν φτωχός όπως οι άλλοι. Φορούσε γκρι παλτό, τα μαλλιά του ήταν μακριά… και ήρθε με μεγάλο αυτοκίνητο.
Το κορίτσι έτρεξε πριν προλάβει η Ευνίκη να ρωτήσει κάτι άλλο.
Η Ευνίκη κοίταξε τον μακρύ, στριφογυριστό δρόμο προς την απέναντι γωνία, όπου τα φώτα ενός μακρινού αυτοκινήτου εξαφανίστηκαν στην ομίχλη.
Ένιωσε ένα περίεργο μείγμα φόβου και ελπίδας. Ίσως το παρελθόν δεν ήταν τόσο θαμμένο όσο νόμιζε.
Ο αέρας γέμισε μια βαθιά μυρωδιά — γιασεμί — η ίδια που πάντα αιωρούνταν γύρω από τη γυναίκα όταν έκλαιγε αλλά και χαμογελούσε.
Η Ευνίκη έκλεισε τα μάτια, κρατώντας σφιχτά το μενταγιόν στην παλάμη της. Και στον άνεμο άκουσε ξανά, απαλά αλλά σαφώς: — Το παιδί μου… ποτέ δεν σε άφησα.







