Ένας κρότος ακούστηκε από το διπλανό δωμάτιο. Η Ουλιάνα έριξε κάτω μια κατσαρόλα και έτρεξε εκεί. Το μικρό αγόρι κοίταξε το σπασμένο βάζο με σύγχυση.

Οικογενειακές Ιστορίες

Στο διπλανό δωμάτιο ακούστηκε το ξερό ήχο κάποιου εύθραυστου που έσπασε. Η Αγριππίνα, που ανακάτευε την κατσαρόλα, την άφησε να πέσει με πάταγο και έτρεξε εκεί.

Στη μέση του δωματίου στεκόταν ο εγγονός της, παγωμένος, με μάτια γεμάτα τρόμο, κοιτάζοντας τα σπασμένα κομμάτια της παλιάς οικογενειακής πορσελάνινης βάζας που είχε γλιστρήσει από τα χέρια του.

— Τι έκανες, παλιοπαιδί;! — φώναξε η γιαγιά και του κατάφερε ένα δυνατό χτύπημα με την υγρή πετσέτα.

— Γιαγιά, συγγνώμη! Θα τα μαζέψω τώρα! — τραύλισε εκείνος, σκύβοντας να μαζέψει τα κομμάτια.

— Θα σου δείξω εγώ πώς να μαζεύεις! — είπε μέσα από τα δόντια της και η πετσέτα σφύριξε ξανά, χαράζοντας την πλάτη του παιδιού.
— Στο κρεβάτι τώρα! Και μην τολμήσεις να κουνηθείς!

Μάζεψε τα θραύσματα, τα πέταξε, και γύρισε στην κουζίνα. Εκεί την περίμενε άλλη συμφορά — στο πάτωμα λίμνη από νερό, κι οι πατάτες να κολυμπούν μέσα, άβραστες ακόμα. Τις μάζεψε, τις ξέπλυνε και τις έβαλε ξανά στη φωτιά.

Έπειτα κάθισε στο παράθυρο. Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα χωρίς να το καταλάβει καν. Οι σκέψεις γύριζαν πικρές, βαριές, μέσα στο κεφάλι της:

«Όλοι έχουν μια κανονική ζωή, κι εγώ; Άντρα δεν έχω, ούτε και η κόρη μου. Και καλά να ’ταν έτσι. Μα όχι! Πήγε στην πόλη, λέει, στον σταθμό, να φέρει τον καινούριο της άντρα — έναν δεσμοφύλακα! Κι αυτόν τον αποκαλεί «καλό άνθρωπο»!

Τρία χρόνια αλληλογραφούσαν, λέει, και ποτέ δεν τον είδε με τα μάτια της. Και τώρα θα μείνει εδώ, στο σπίτι μου! Δεν μου φτάνει που ταΐζω την κόρη και το παιδί της, τώρα θα πρέπει να ταΐζω κι αυτόν! Ε, όχι! Εγώ αυτόν τον γαμπρό θα τον κάνω να φύγει με το καλό ή το κακό!»

— Γιαγιά, μπορώ να βγω έξω; — ακούστηκε η φωνή του μικρού.

— Πήγαινε, πήγαινε, μόνο βάλε τη γούνα σου! Και πρόσεχε τη λίμνη — ο πάγος θα σπάσει από μέρα σε μέρα!

— Καλά, γιαγιά!

Έπειτα άκουσε το βουητό μιας μηχανής· προφανώς είχαν φτάσει. Κοίταξε από το παράθυρο. Ακόμη κι από μακριά φαινόταν καθαρά το πρόσωπο του άντρα — γεμάτο ουλές. «Θεέ μου, τι σκεφτόταν η κόρη μου; Δεσμοφύλακα πήγε κι αγάπησε, κι αυτός… με τέτοια όψη;»

Η πόρτα άνοιξε με θόρυβο. Μπήκαν μέσα. Η Φέκλα, η κόρη της, είχε φέρει τον μνηστήρα της.

— Κι εγώ για αυτόν ήρθα, — είπε ο αστυνομικός της γειτονιάς, που τύχαινε να περνά. — Θα ελέγξω τα χαρτιά αποφυλάκισης και θα δω τι άνθρωπος είναι ο μελλοντικός σου άντρας.

— Πήγαινε! Είναι μέσα, στο τραπέζι. Αλλά άκουσε — γαμπρός μου δεν είναι, και ούτε πρόκειται να γίνει! — απάντησε ψυχρά η Αγριππίνα.

Η μέρα προχώρησε. Η Αγριππίνα βγήκε να ψάξει τον εγγονό της. Μα πού να τον βρει; Έπαιζε με τα παιδιά της γειτονιάς, φωνάζοντας και γελώντας. Δεν είχε κουράγιο να τον φωνάξει. Πήγε πιο πέρα, μίλησε λίγο με τις γειτόνισσες, και στο τέλος γύρισε στο σπίτι.

Έξω, μπροστά στο υπόστεγο, ήταν στοιβαγμένοι οι κορμοί για το χειμώνα. Κοίταξε τους χοντρούς, άκαμπτους κορμούς. «Πώς να τους σπάσεις αυτούς;» μονολόγησε. Πήρε τον τσεκούρι, έβαλε έναν μικρό κορμό, και σήκωσε το χέρι.

Ξαφνικά μια δυνατή, γεροδεμένη αντρική χούφτα έπιασε τη λαβή.

— Θεία Αγριππίνα, αφήστε με να δοκιμάσω εγώ, — είπε ο Γαβριήλ, ο γαμπρός της, με ήρεμη φωνή.

— Δοκίμασε, — μουρμούρισε εκείνη, ρίχνοντάς του ένα βλέμμα καχύποπτο κάτω από τα φρύδια.

Ο άντρας έτριψε την κόψη του τσεκουριού με το δάχτυλο, αναστέναξε.

— Έχετε τροχό; — ρώτησε.

— Στο εργαστήριο, στο υπόστεγο. Εκεί είναι ακόμα και τα εργαλεία του μακαρίτη του άντρα μου, — είπε σιγανά.

Μπήκε ο Γαβριήλ στο υπόστεγο — κι έμεινε να κοιτάζει γύρω του. Τι δεν υπήρχε εκεί μέσα! Παλιές πένσες, σφυριά, καρφιά, δοχεία με λάδι, σκονισμένα εργαλεία. Έβαλε σε λειτουργία τον τροχό. Η λεπίδα έλαμψε καθώς ακονίστηκε.

Κι ύστερα βγήκε έξω, πήρε κι έναν σφύρακο, κι άρχισε να σπάει τους κορμούς. Ο ήχος του τσεκουριού αντηχούσε στο προαύλιο — σταθερός, ρυθμικός. Μέχρι το σούρουπο είχε τελειώσει όλη τη στοίβα και τακτοποιήσει τα ξύλα όμορφα, σε στοίβες.

Η Αγριππίνα βγήκε, στάθηκε για λίγο και τον κοίταξε. Το πρόσωπό της μαλάκωσε. Ένα μικρό ίχνος χαμόγελου φάνηκε στις άκρες των χειλιών της.

— Θεία Αγριππίνα, — της είπε ο γαμπρός — δίπλα στον φράχτη έχεις κάτι κορμούς πεσμένους.

— Ναι, αλλά το πριόνι χάλασε, — απάντησε εκείνη.

— Έχω το ίδιο μοντέλο. Ίσως αν ενώσουμε τα δύο, να φτιάξουμε ένα που δουλεύει, — είπε ο Γαβριήλ με πραότητα.

Πήγαν στον παππού Αθανάσιο, τον γείτονα. Η αλυσοπρίονα του μετά βίας λειτουργούσε, μα είχε καλή αλυσίδα και γρανάζι.

— Πάρε τα όλα! — γέλασε βραχνά ο γέροντας. — Μόνο, άμα δουλέψει, έλα να μου κόψεις κι εμένα τα ξύλα!

Την επόμενη μέρα, ο επιχειρηματίας της γειτονιάς φώναξε:

— Άκου, φίλε, θέλω να μου σπάσεις κι εμένα τα ξύλα και να τα τακτοποιήσεις στο υπόστεγο! — και του έδωσε δυο χαρτονομίσματα των πέντε χιλιάδων.

Ο Γαβριήλ έκανε τη δουλειά του ήσυχα. Όταν τελείωσε, γύρισε σπίτι, άφησε τα χρήματα στο τραπέζι.

— Πάρτε τα, θεία Αγριππίνα, — είπε απλά.

Εκείνη κούνησε το κεφάλι αρνητικά, μα στα μάτια της έλαμψε για μια στιγμή ικανοποίηση. Στο χωριό σπάνια πλήρωναν με χρήματα· πιο συχνά αντάλλασσαν πράγματα.

Το επόμενο πρωί έπιασε να φτιάξει το μοτο-άροτρο. Είχε έρθει η ώρα να οργώσουν τα χωράφια. Καθόταν στην αυλή, έλυνε βίδες, καθάριζε, τακτοποιούσε εξαρτήματα. Ξάφνου, τρέχει μέσα ο μικρός φίλος του εγγονού του, κατακόκκινος, λαχανιασμένος:

— Καβαλήσαμε στις παγοκολώνες, κι ο Βάνια σας τον πήρε το ρεύμα! Δεν μπορεί να πηδήξει! — φώναξε.

Η Αγριππίνα και η Φέκλα πετάχτηκαν έξω, τρέχοντας προς το ποτάμι.

Η παγοκολώνα, πάνω στην οποία στεκόταν ο μικρός, είχε ήδη απομακρυνθεί στη μέση του ποταμού. Το ρεύμα ήταν δυνατό — παραπέρα φαίνονταν τεράστιες πλάκες πάγου να κατεβαίνουν, ορμητικά, προφανώς είχε σπάσει το φράγμα πάγου πιο πάνω.

Η Φέκλα ούρλιαξε από τρόμο.
Μα ο Γαβριήλ δεν δίστασε στιγμή — πέταξε το παλτό και βούτηξε στο παγωμένο νερό.

Κολύμπησε δυνατά, έφτασε στη λωρίδα πάγου και σκαρφάλωσε. Μια τεράστια πλάκα ερχόταν κατά πάνω τους. Δεν υπήρχε καιρός.

— Άκου, άντρα είσαι ή όχι; — φώναξε στο παιδί, σκύβοντας κοντά του. — Όταν πλησιάσει η μεγάλη πάγος, πηδάμε πάνω της! Μόνο μια στιγμή θα έχουμε, κατάλαβες; Δώσε μου το χέρι σου! Έτοιμος; Πηδάμε!

Άρπαξε το παιδί και το εκσφενδόνισε πάνω στην άλλη πλάκα· πήδηξε κι ο ίδιος, μα το πόδι του χτύπησε στον πάγο, κι αμέσως άρχισε να ματώνει. Ο μικρός κοίταζε τα χέρια του, γεμάτα γρατζουνιές και αίμα. Το ρεύμα παρέσυρε την πλάκα πιο κάτω, μα εκείνοι κρατιούνταν.

Απ’ την όχθη όλοι έμειναν άφωνοι.

— Χαθήκανε! — φώναξε κάποιος.

— Ίσως όχι, — μουρμούρισε ο αστυνομικός. — Το ποτάμι στρίβει πιο κάτω. Κι ο Γαβριήλ δεν είναι κανένας τυχαίος!

Μπήκε στη «Νίβα» του και έφυγε με ταχύτητα.

Εν τω μεταξύ, ο Γαβριήλ τύλιξε τον μικρό με τα χέρια του, να τον ζεστάνει.

— Άκου, παλικάρι, το πρώτο δοκιμαστικό το περάσαμε. Τώρα έρχεται το δεύτερο — όταν η πάγος χτυπήσει στην όχθη, θα πονέσει, αλλά θα σωθούμε. Πάμε στην άκρη!

Το ποτάμι έσπρωχνε την πλάκα προς τη στεριά. Πλησίαζε, πλησίαζε… *ΜΠΑΜ!* — ένα δυνατό χτύπημα, κι οι δυο εκτοξεύτηκαν στην ακροποταμιά, πάνω στα χαλίκια.

— Ζούμε! — φώναξε ο Γαβριήλ, σηκώνοντας το παιδί.

— Πονάει το χέρι και το πόδι μου…

— Μικροπράγματα! — χαμογέλασε εκείνος. — Μέχρι να παντρευτείς, θα ’χει περάσει!

— Μα αίμα τρέχει!

— Κάνε κουράγιο! Οι άντρες δεν κλαίνε.

Ύστερα από λίγο βγήκαν στο δρόμο. Ξαφνικά, από τη στροφή εμφανίστηκε η «Νίβα». Ο αστυνομικός πετάχτηκε έξω.

— Ζείτε;!

— Ζούμε, — απάντησε λακωνικά ο Γαβριήλ.

— Εσείς οι δυο είστε για δέσιμο! Γρήγορα μέσα! Στο νοσοκομείο!

Η Φέκλα έκλαιγε γοερά στο κρεβάτι. Η Αγριππίνα στεκόταν καρφωμένη στο παράθυρο, τα χέρια σταυρωμένα. Το τηλέφωνο δόνησε. Στην οθόνη: «Αστυνομικός».

— Τι έγινε με αυτούς;! — ούρλιαξε η Φέκλα, πιέζοντας το τηλέφωνο στο αυτί.

— Ο Βάνια είναι εδώ, όλος μέσα στους επιδέσμους. Περίμενε, σου τον δίνω.

— Μαμά… — ακούστηκε μια αδύναμη φωνούλα. — Είμαι καλά… Είμαι άντρας, έτσι;

— Δόξα τω Θεώ! — έκλαψε η μητέρα.

— Όλα καλά, Φέκλα, — ακούστηκε ξανά η φωνή του αστυνομικού.

Η Αγριππίνα άρπαξε το τηλέφωνο.

— Γιούρα, κι ο Γαβριήλ;

— Τον ράβουν τώρα… Μισό λεπτό, βγήκε!

— Πώς είσαι;

— Τίποτα, θεία Αγριππίνα… — ψιθύρισε εκείνος, με κουρασμένη φωνή.

— Άκουσες; — είπε ο αστυνομικός. — Σε λίγο τους φέρνω και τους δυο — τον εγγονό σου και τον γαμπρό σου.

Η Αγριππίνα αναστέναξε βαριά, σταύρωσε τα χέρια και είπε στην κόρη της:

— Σταμάτα πια να κλαις. Οι άντρες θα ’ρθουν πεινασμένοι. Από το πρωί τίποτα δεν έβαλαν στο στόμα τους.

Visited 137 times, 1 visit(s) today
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο